τάφος

τάφος
могила, гробница

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Нужен реферат?

Смотреть что такое "τάφος" в других словарях:

  • τάφος — 1 funeral rites masc nom sg τάφος 2 astonishment neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τάφος — funeral rites fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τάφος — Πόλη της αρχαίας Κεφαλληνίας. Oνομαζόταν και Ταφιούσσα. Αναφέρεται από τον Στέφανο τον Βυζάντιο. * * * (I) ο, ΝΜΑ λάκκος στη γη ή χώρος λαξευτός ή κτιστός όπου θάβεται ο νεκρός, μνήμα (α. «ο τάφος τους χορτάριασε» β. «ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾱσα γῆ… …   Dictionary of Greek

  • τάφος — ο 1. μνήμα, τελευταία κατοικία. 2. μνημείο, κενοτάφιο: Ο τάφος είναι του Άγνωστου Στρατιώτη. 3. μτφ., εχέμυθος άνθρωπος, που δεν προδίνει μυστικά: Ο φίλος μου είναι τάφος. 4. καταστροφή, θάνατος: Το ταξίδι αυτό υπήρξε ο τάφος του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Άγιος Τάφος — Ονομασία του τάφου του Χριστού, που βρίσκεται στον μεγάλο ναό της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ και, γενικότερα, των Αγίων Τόπων. Τόσο τα Ευαγγέλια όσο και οι Πράξεις των Αποστόλων δεν μνημονεύουν την ακριβή θέση του τάφου και, έως τον 4o αι. μ.Χ.,… …   Dictionary of Greek

  • Πανάγιος Τάφος — Ο τάφος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, στην περιοχή όπου διαδραματίστηκαν όσα αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη για τη ζωή του Ιησού. Στις αρχές του 4ου αι., στον ναό που έχτισε η Αγία Ελένη περιέλαβε τον Π.Τ. μαζί με τον Γολγοθά και το Σπήλαιο. Ο τάφος …   Dictionary of Greek

  • τάφει — τάφος 2 astonishment neut nom/voc/acc dual (attic epic) τάφεϊ , τάφος 2 astonishment neut dat sg (epic ionic) τάφος 2 astonishment neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τάφους — τάφος 1 funeral rites masc acc pl τάφος 2 astonishment neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τάφω — Τάφος funeral rites fem nom/voc/acc dual Τάφος funeral rites fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τάφω — τάφος 1 funeral rites masc nom/voc/acc dual τάφος 1 funeral rites masc gen sg (doric aeolic) τέθηπα to be astonished aor subj act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταφῶν — τάφος 2 astonishment neut gen pl (attic epic doric) ταφή burial fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»